άσθμα

άσθμα
το (AM ἄσθμα και ἆσθμα)
ιατρ. η ασθένεια, το άσθμα
αρχ.-μσν.
1. η πνοή, η αναπνοή
2. η ισχυρή πνοή, το δυνατό φύσημα (ζώου ή του ανέμου)
αρχ.
1. το λαχάνιασμα
2. ο επιθανάτιος ρόγχος.
[ΕΤΥΜΟΛ. Πιθ. άσθμα < *άνσθμα, που ανάγεται στην ΙΕ. ρίζα *an()- «φυσώ, πνέω» του τ. άνεμος*. Η λ. σχηματίζεται με το ινδοευρωπαϊκό επίθημα -, το οποίο στην Ελληνική συχνά εμφανίζεται παρεκτεταμένο μ' ένα οδοντικό (πρβλ. ίθμα), ενώ το -σ- του τ. παραμένει ανεξήγητο (πρβλ. ισθμός). Επίσης αμφισβητείται η ποσότητα του α- που παραδίδεται και ως μακρό.
ΠΑΡ. ασθμαίνω, ασθματικός, ασθματώδης].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Look at other dictionaries:

  • ἄσθμα — short drawn breath neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άσθμα — το, ατος δύσπνοια, λαχάνιασμα· αρρώστια με παροξυσμούς δύσπνοιας: Υποφέρει πολλά χρόνια από άσθμα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἆσθμα — ἆ̱σθμα , ἆσθμα neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άσθμα, βρογχικό — Παροξυσμική αντίδραση που εκδηλώνεται στο ύψος των αναπνευστικών οδών με στένωση του αυλού των βρογχιολίων λόγω σύσπασης των μυϊκών ινών τους, με οίδημα του βλεννογόνου και υπερέκκριση των αδένων, σε άτομα με ιδιοσυστατική προδιάθεση. Κλινικά… …   Dictionary of Greek

  • ἀσθμάτων — ἄσθμα short drawn breath neut gen pl ἀ̱σθμάτων , ἆσθμα neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄσθμασι — ἄσθμα short drawn breath neut dat pl ἄ̱σθμασι , ἆσθμα neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄσθμασιν — ἄσθμα short drawn breath neut dat pl ἄ̱σθμασιν , ἆσθμα neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄσθματα — ἄσθμα short drawn breath neut nom/voc/acc pl ἄ̱σθματα , ἆσθμα neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄσθματι — ἄσθμα short drawn breath neut dat sg ἄ̱σθματι , ἆσθμα neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄσθματος — ἄσθμα short drawn breath neut gen sg ἄ̱σθματος , ἆσθμα neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”